Κώδικας Δεοντολογίας του ¨Λόγω Ψυχής" - Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Συστημική Ψυχοθεραπεία

Ι. Δραστηριότητες και βασικές αρχές πληροφόρησης

1. Το «Λόγω Ψυχής» -Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Συστημική Ψυχοθεραπεία έχει ως κύρια δραστηριότητά του την ειδίκευση επαγγελματιών ψυχικής υγείας στη συστημική ψυχοθεραπεία. Το Ινστιτούτο προσφέρει στους επαγγελματίες (ψυχολόγους) και άλλες εκπαιδεύσεις όπως αυτή της συστημικής διάγνωσης, καθώς και εξειδικευμένους κύκλους σεμιναρίων. Παρέχει επίσης επιμορφωτικά σεμινάρια και συμβουλευτικές/ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες στο ευρύ κοινό. Άλλη βασική δραστηριότητα του Ινστιτούτου αποτελεί η έρευνα και η διάδοση της γνώσης γύρω από τα θέματα της ψυχικής υγείας και της ψυχοθεραπείας.

2. Το Ινστιτούτο δεσμεύεται στην παροχή ακριβούς πληροφόρησης, όσον αφορά τους στόχους του, τις υπηρεσίες του, καθώς και την επιστημονική επάρκεια των υπευθύνων του και των συνεργατών του. Παρέχει ακριβείς πληροφορίες για τη θεωρητική προσέγγιση της ειδίκευσης την οποία παρέχει αλλά και τις επαγγελματικές προοπτικές των ειδικευόμενών του βάσει των ισχυόντων νομικών ή άλλων ρυθμίσεων (ευρωπαϊκών και εθνικών εταιρειών). Ενημερώνει επίσης με ακρίβεια για τους στόχους και την αποτελεσματικότητα υπηρεσιών που προσφέρει στο ευρύτερο κοινό. Οι ερευνητικές του δραστηριότητες και η διάδοση της γνώσης μέσω σεμιναρίων, δημοσιεύσεων και εκδόσεων πραγματοποιούνται επίσης με δέσμευση στην ακρίβεια της πληροφόρησης.

3. Ο κώδικας δεοντολογίας αφορά όλες τις δραστηριότητες του Ινστιτούτου και δεσμεύει τόσο το επιστημονικό προσωπικό όσο και τους ειδικευόμενους επαγγελματίες, καθένας από τους οποίους δεσμεύεται με τη σειρά του από τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγελματικού συλλόγου, σωματείου ή εταιρείας όπου ανήκει.

ΙΙ. Επιστημονική Επάρκεια και Ευθύνη

1. Οι τίτλοι σπουδών και ειδίκευσης που χρησιμοποιεί το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτου οφείλουν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι ειδικευόμενοι μπορούν να αναφέρουν ότι ειδικεύονται σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δίπλα στη βασική τους ιδιότητα (π.χ. ψυχολόγος, ειδικευόμενος στο Κλινικό Πρόγραμμα Ειδίκευσης στη Συστημική Ψυχοθεραπεία). Η παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας και η χρήση συγκεκριμένων μεθόδων ή τεχνικών πρέπει να περιορίζεται σε όσα πιστοποιημένα έχουν αποκτηθεί μέσω εκπαίδευσης και εμπειρίας.

2. Το Ινστιτούτο παρέχει εκπαίδευση στη συστημική προσέγγιση και ψυχοθεραπεία σε δύο κύκλους σπουδών αλλά δεν παρέχει τίτλους όπως «ψυχοθεραπευτής» ή «σύμβουλος». Τίτλοι όπως «ψυχοθεραπευτής» ή «σύμβουλος» μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από την εγγραφή σε επιστημονική εταιρεία. Επομένως οι απόφοιτοι του τετραετούς κύκλου με βεβαίωση του «Κλινικού Προγράμματος Ειδίκευσης στη Συστημική Ψυχοθεραπεία» μπορούν να χρησιμοποιούν τον τίτλου του «συστημικού ψυχοθεραπευτή» μόνο μετά την εγγραφή τους σε Επιστημονική Εταιρεία Συστημικής/Οικογενειακής Θεραπείας. Οι απόφοιτοι του διετούς κύκλου με βεβαίωση «Θεωρία και εφαρμογές της συστημικής ψυχοθεραπείας» μπορούν να χρησιμοποιούν τον τίτλο του «συστημικού συμβούλου» μόνο μετά την εγγραφή τους σε Επιστημονική Εταιρεία Συμβουλευτικής Μελλοντικά, εφόσον υπάρξουν κρατικές ρυθμίσεις για τη χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος ψυχοθεραπευτή/συμβούλου, η άδεια αυτή θα είναι απαραίτητη προκειμένου να χρησιμοποιείται ο αντίστοιχος τίτλος, όπως ισχύει λ.χ. για τους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

3. Το επιστημονικό προσωπικό του Ινστιτούτου υποστηρίζει την αρχή της δια βίου μάθησης. Οφείλει έτσι να ενημερώνεται για τις εξελίξεις στο χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας και ειδίκευσης, και να φροντίζει να διευρύνει συνεχώς τις γνώσεις και ικανότητές του.

4. Τα μέλη του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου και οι ειδικευόμενοι οφείλουν να συνεργάζονται με τον επόπτη τους ή την ομάδα ισότιμης αλληλο-εποπτείας τους σε τακτά διαστήματα. Οφείλουν επίσης να ζητούν ψυχολογική υποστήριξη από έμπειρους επαγγελματίες για προσωπικά τους προβλήματα και δυσκολίες, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν την επαγγελματική τους απόδοση.

5. Τα μέλη του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου και οι ειδικευόμενοι δεν πρέπει να εργάζονται υπό την επήρεια ουσιών ή αλκοόλ, ούτε σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας ή σοβαρού ψυχικού στρες.

6. Τα μέλη του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου και οι συνεργαζόμενοι ψυχοθεραπευτές έχουν την ευθύνη να ονομάσουν ένα ή περισσότερους συναδέλφους ως αντικαταστάτη/τες τους σε περίπτωση ξαφνικής ασθένειας ή θανάτου. Οι αντικαταστάτες έχουν την ευθύνη της ενημέρωσης των ειδικευόμενων/θεραπευόμενων και της ανάληψης της ευθύνης για τη συνέχιση της εκπαίδευσης/ψυχοθεραπείας με τη σύμφωνη γνώμη του ειδικευόμενου/θεραπευόμενου.

IΙΙ. Επαγγελματικό απόρρητο

1. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτου οφείλουν να τηρούν πλήρη εχεμύθεια όσο αφορά στοιχεία της ιδιωτικής ζωής των θεραπευόμενων και των συμμετεχόντων στις έρευνές τους, εξασφαλίζοντας την ανωνυμία τους. Επίσης η μεταφορά πληροφοριών σε συναδέλφους για λόγους εποπτείας ή εκπαίδευσης (π.χ. παρουσίαση περιστατικού) πρέπει να περιορίζεται στα απαραίτητα και να υπόκειται στους περιορισμούς που εξασφαλίζουν την ανωνυμία. Αντιδεοντολογική θεωρείται και  η οποιαδήποτε  μεταφορά πληροφορίας που αφορά επαγγελματικά ζητήματα συναδέλφων ή/και του επαγγελματικού τους κύκλου, και αποκτάται στα πλαίσια της εποπτείας ή συναδελφικών συζητήσεων, είτε στοχεύει σε ίδιον όφελος είτε όχι.

2. Τα επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτου δεν επιτρέπεται να συζητούν περιπτώσεις θεραπευόμενων ή συμμετεχόντων σε έρευνα ή συναδέλφων σε εποπτεία, σε κύκλους εκτός του επαγγέλματός τους. Σε περίπτωση παρουσίασης σε επιστημονική συνάντηση ή ανοικτή ημερίδα, δημοσίευσης ή χρήσης του υλικού σε διδασκαλία εκτός του Ινστιτούτου ή εντός του Ινστιτούτου αλλά σε ευρύ κοινό (π.χ. σεμινάρια), θα πρέπει να εξασφαλίζεται η απόλυτη ανωνυμία των θεραπευόμενων ή συμμετεχόντων σε έρευνα και η απόκρυψη στοιχείων που πιθανόν να επέτρεπε την αναγνώριση της ταυτότητάς τους.

3. Οι μαγνητοφωνήσεις, κινηματογραφικές λήψεις και η παρακολούθηση συνεδριών ή συνεντεύξεων πρέπει να γίνονται εν γνώσει των θεραπευόμενων ή συμμετεχόντων σε έρευνα και με τη έγγραφη συναίνεσή τους. Θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται για το στόχο της καταγραφής (ερευνητικός, εκπαιδευτικός), για το χρονικό όριο της χρήσης τέτοιου υλικού και για τη τύχη του υλικού αυτού μετά το τέλος του χρονικού ορίου (καταστροφή του, επιστροφή στον θεραπευόμενο/συμμετέχοντα σε έρευνα, νέα συμφωνία).

4. Το γραπτό ή οπτικοακουστικό υλικό φυλάσσεται με ευθύνη του επιστημονικού προσωπικού και των ειδικευόμενων σε ασφαλές μέρος με ελεγχόμενη πρόσβαση. Οι πληροφορίες που αφορούν σε θεραπευόμενους και συμμετέχοντες σε έρευνα θα πρέπει να αρχειοθετούνται με τρόπο συστηματικό και ασφαλή και να κωδικοποιούνται.

5. Πληροφορίες για το ιστορικό και άλλο θεραπευτικό υλικό φυλάσσεται για τουλάχιστον επτά χρόνια σε ασφαλές μέρος-περιλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής καταχώρησης.

6. Η λύση της υποχρέωσης για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Αυτό χρειάζεται να το γνωρίζουν εκ των προτέρων οι ενδιαφερόμενοι. Τέτοιες περιπτώσεις αφορούν κυρίως βάσιμες υπόνοιες για τον κίνδυνο της ζωής (ασφάλεια) των θεραπευόμενων ή τρίτων προσώπων. Μόνο αρμόδια πρόσωπα ή φορείς ενημερώνονται στις περιπτώσεις αυτές (δικαστικές αρχές, κηδεμόνες).

7. Δεν επιτρέπεται στο επιστημονικό προσωπικό και στους ειδικευόμενους να παρουσιάζονται στο δικαστήριο ως μάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας των θεραπευόμενών τους. Η παρουσία τους ως εμπειρογνώμονες επιτρέπεται, εφόσον κληθούν από το δικαστήριο με τρόπο που ορίζουν οι ισχύοντες νομικές διαδικασίες.

ΙV. Σχέσεις μεταξύ του επιστημονικού προσωπικού και με τους ειδικευόμενους

1. Το Ινστιτούτο οφείλει να σέβεται απόλυτα τους ακαδημαϊκούς τίτλους και τίτλους ειδίκευσης των επιστημονικών συνεργατών του. Οι αμοιβές των συνεργατών πρέπει να είναι ανάλογες των σπουδών, της ειδίκευσης και της εμπειρίας τους. Επίσης οι αμοιβές που το Ινστιτούτο δέχεται αντιστοιχούν στο είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών και στα προσόντα των επιστημονικών συνεργατών που τις παρέχουν.

2. Οι επόπτες και οι εκπαιδευτές οφείλουν να διευκολύνουν την επαγγελματική εξέλιξη των ειδικευόμενων, καλλιεργώντας συνθήκες μάθησης και βελτίωσης, με κατάλληλες συμβουλές και δυνατότητες διεύρυνσης της εμπειρίας τους.

3. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτο οφείλουν να αποφεύγουν οποιαδήποτε δημόσια κριτική ή δυσφήμιση του Ινστιτούτου με στόχο τη βέλτιστη λειτουργία του Ινστιτούτου και την διατήρηση εποικοδομητικών σχέσεων.

4. Επιφυλάξεις και ενστάσεις (π.χ. για άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού) τίθενται υπόψη των αμέσως ανώτερων στην ιεραρχία, αρχικά των εκπαιδευτών και τελικά των επιστημονικά υπεύθυνων, οι οποίοι συγκαλούν συνάντηση όλων των ενδιαφερόμενων μερών με στόχο την όσο το δυνατό δικαιότερη αντιμετώπιση των επιφυλάξεων και των ενστάσεων αυτών.

5. Είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι αρνητικές κρίσεις και σχόλια μεταξύ συναδέλφων και συνεργατών και να μην δημοσιοποιούνται, κυρίως δε αν τα σχόλια αυτά όσα πλήττουν το σεβασμό στην προσωπικότητα.

6. Η σύναψη ερωτικών σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτών και ειδικευόμενων θεωρείται αντιδεοντολογική. Το επιστημονικό προσωπικό θα πρέπει να επιδεικνύει συμπεριφορά σεβασμού προς τους ειδικευόμενους αποφεύγοντας σχόλια ή πράξεις που εμπίπτουν στην κατηγορία των παρενοχλήσεων.

7. Οι προσωπικές σχέσεις (π.χ. κοινωνικές επαφές) μεταξύ του προσωπικού και των ειδικευόμενων θα πρέπει να αποφεύγονται στις περιπτώσεις που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα τους ως θεραπευτών, εκπαιδευτών, εποπτών.

8. Παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας από μέλος του επιστημονικού προσωπικού ή ειδικευόμενο αντιμετωπίζεται αρχικά με τρόπο ανεπίσημο, θέτοντάς το υπόψη του ατόμου αυτού σε ομότιμο επίπεδο, ιδίως αν μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη γνώσης ή εμπειρίας. Αν η παραβίαση επαναληφθεί ή είναι πολύ σοβαρή χρειάζεται να τίθεται υπόψη των επιστημονικά υπεύθυνων του ινστιτούτου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η παραβίαση τίθεται υπόψη της επιστημονικής εταιρείας ή του επαγγελματικού συλλόγου όπου ανήκει.

9. Οι επιστημονικοί υπεύθυνοι του Ινστιτούτου διατηρούν το δικαίωμα να διακόψουν τη συνεργασία με επαγγελματία (π.χ. εκπαιδευτή) και ειδικευόμενο σε περίπτωση σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας.

V. Σχέσεις με άλλους επαγγελματίες και ειδικότητες

1. Κάθε μέλος του επιστημονικού προσωπικού και κάθε ειδικευόμενος οφείλει να μην υπερβαίνει την άσκηση του δικού του/της βασικού επαγγέλματος (ψυχολόγος, ψυχίατρος, κοινωνικός λειτουργός) και να συνεργάζεται διεπιστημονικά ή να παραπέμπει σε συνάδελφο άλλου βασικού επαγγέλματος εντός ή εκτός Ινστιτούτου. Επίσης οφείλει να παραπέμπει το/τη θεραπευόμενο/η σε ψυχοθεραπευτή/ψυχοθεραπεύτρια διαφορετικής προσέγγισης εφόσον θεωρήσει ότι είναι προς όφελος του συγκεκριμένου θεραπευόμενου/ης ή όταν αυτό ζητηθεί από τον/την ίδιο/α. Τέλος, οφείλει να μην παρέχει οποιαδήποτε υπηρεσία όταν το άτομο που απευθύνεται σε αυτόν/αυτήν έχει ήδη αναλάβει άλλος ψυχοθεραπευτής/ψυχοθεραπεύτρια οποιασδήποτε προσέγγισης ή που η συνεργασία του με άλλο ψυχοθεραπευτή/ψυχοθεραπεύτρια δεν έχει λήξει. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις όπου ζητείται η συνεργασία ψυχοθεραπευτών-συνεργατών του Ινστιτούτου από ιδιώτες συναδέλφους ή από συγγενή επαγγελματικά πλαίσια και το αντίστροφο.

VI. Ψυχολογικές και Ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες

1. Στο αρχικό στάδιο της ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, οι ψυχοθεραπευτές, καθώς και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτου στη φάση της πρακτικής τους άσκησης, οφείλουν να ενημερώνουν τους θεραπευόμενους προφορικά ή και γραπτά για τους όρους του θεραπευτικού συμβολαίου τους (αρχές της προσέγγισης, διάρκεια, εμπιστευτικότητα, οικονομικούς όρους, όρους διακοπής/ολοκλήρωσης, όρους επικοινωνίας εκτός συνεδριών, αποφυγή διπλών ρόλων, αποφυγή κοινωνικών/ερωτικών σχέσεων με θεραπευτές και συν-θεραπευόμενους)

2. Συμβουλευτικές και θεραπευτικές υπηρεσίες δεν πρέπει να παρέχονται σε πρόσωπα με τα οποία οι ψυχοθεραπευτές συνδέονται με συγγένεια, στενή φιλία ή επαγγελματικές σχέσεις. Θεραπευτικές υπηρεσίες δεν πρέπει να παρέχονται σε άτομα με τα οποία οι ψυχοθεραπευτές διατηρούν ή διατηρούσαν στο παρελθόν ερωτική σχέση. Τα παραπάνω ισχύουν και για τους ειδικευόμενους στη διάρκεια της πρακτικής τους άσκησης. Ευνόητο είναι ότι οι ψυχοθεραπευτές και οι ειδικευόμενοι δεσμεύονται ηθικά να αποφύγουν τη σύναψη οποιαδήποτε ερωτικής σχέσης με θεραπευόμενους τους. Ακόμα και μετά τη λήξη της συνεργασίας τους θα πρέπει να αποφεύγουν τη σύναψη ερωτικών σχέσεων για δύο τουλάχιστον χρόνια. Συνιστάται η πλήρης αποφυγή τέτοιων σχέσεων και πέραν των δύο ετών ώστε να μην υπάρξει υπόνοια για εκμετάλλευση της σχέσης εμπιστοσύνης η οποία βασιζόταν σε θεραπευτικό συμβόλαιο.

3. Η ελεύθερη επιλογή θεραπευτή από τους ειδικευόμενους εντάσσεται στα πλαίσια των δικαιωμάτων τους, με κριτήρια όμως που αναφέρονται ρητά στον οδηγό σπουδών. Αποφεύγονται οι παροχές θεραπευτικών υπηρεσιών σε ειδικευόμενους από θεραπευτές που είναι ταυτόχρονα και επόπτες τους.

4. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι δεν δίνουν ούτε παίρνουν ποσοστά για παραπομπές θεραπευομένων σε ιδιωτικά γραφεία. Οι αμοιβές στα ιδιωτικά γραφεία θα πρέπει να κυμαίνονται σε πλαίσια που θεωρούνται αναμενόμενα για τα κριτήρια της κοινότητας μέσα στα οποία εργάζονται οι ψυχοθεραπευτές.

5. Στις υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας του Ινστιτούτου οι οποίες αξιοποιούν συνεργάτες (επαγγελματίες ψυχοθεραπευτές ή/και ειδικευόμενους) οι αμοιβές θα πρέπει να είναι προσυμφωνημένες και οι όροι συνεργασίας ξεκάθαροι. Οι διπλές αμοιβές για την ίδια υπηρεσία, λόγου χάριν ιδιωτικές αμοιβές και αμοιβές από το Ινστιτούτο είναι παράτυπες.

6. Οι ψυχοθεραπευτές μπορούν να συνεισφέρουν ένα μέρος του συνόλου των υπηρεσιών που παρέχουν με ελάχιστη ή καθόλου αμοιβή.

7. Σε περίπτωση που οι ψυχοθεραπευτές ή ειδικευόμενοι ψυχοθεραπευτές πρόκειται να διακόψουν τη συνεργασία τους με το Ινστιτούτο ή πρόκειται να ολοκληρώσουν την πρακτική τους άσκηση οφείλουν να ενημερώνουν εγκαίρως τους θεραπευόμενους.

8. Η χορήγηση των τεστ, το περιεχόμενο των γνωματεύσεων και η ενημέρωση τρίτων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας που ισχύει στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση για τους ψυχολόγους. Η διάδοση των τεστ μεταξύ μη ειδικών, η ανατύπωσή τους ή η χρήση τους για σκοπούς πέραν της διάγνωσης και της ψυχολογικής έρευνας δεν επιτρέπεται.

VII. Ερευνητική δραστηριότητα και διάδοση της γνώσης

1. Η ερευνητική δραστηριότητα αποτελεί, μαζί με την εκπαίδευση, βασικό στόχο του Ινστιτούτου. Σε περίπτωση ανάθεσης έρευνας, το Ινστιτούτο έχει το δικαίωμα της δημοσίευσης ή έκδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων με το όνομα ή τα ονόματα των συντελεστών της, σεβόμενο απόλυτα την συνεισφορά τους και την πνευματική τους ιδιοκτησία. Τα ονόματα όσων έχουν συμβάλει σε μια δημοσίευση πρέπει να αναφέρονται με τη σειρά ανάλογα με τη συμβολή τους. Πρώτο αναγράφεται το όνομα του συγγραφέα με τη μεγαλύτερη συμβολή και ούτω καθεξής. Στην περίπτωση που πολλά άτομα έχουν συμβάλει ισότιμα σε μια δημοσίευση, τότε θεωρούνται όλοι συγγραφείς και αναφέρονται με αλφαβητική σειρά. Μικρότερες συμβολές αναφέρονται σε ειδική υποσημείωση (π.χ. ως ευχαριστίες) ή σε μια αρχική δήλωση.

2. Οι εργασίες που συμπεριλαμβάνονται στη Σειρά Κειμένων Εργασίας του Ινστιτούτου θεωρούνται προδημοσιεύσεις. Η σειρά είναι κατοχυρωμένη με αριθμό ISSN. Τα πνευματικά δικαιώματα της εργασίας ανήκουν στον συγγραφέα, ο οποίος έχει το δικαίωμα υποβολής της εργασίας του σε επιστημονικό περιοδικό ή συνέδριο με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο στην περίπτωση αλλαγών και προσθηκών στο κείμενο. Είθισται η αναφορά στην προδημοσίευση στη σειρά κειμένων εργασίας είτε στη βιβλιογραφική λίστα (όταν ο τίτλος είναι διαφορετικός) είτε στις υποσημειώσεις.

3. Σε περίπτωση δημοσίευσης ερευνητικών δεδομένων σε μη επιστημονικό περιοδικό, οι ερευνητές είναι υπεύθυνοι για την εγκυρότητα των στοιχείων που θα δημοσιευτούν. Σε περίπτωση παραλήψεων ή παρανοήσεων οφείλουν να ζητήσουν τη δημοσίευση διευκρινήσεων.

4. Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών, οι ερευνητές-συνεργάτες του Ινστιτούτου οφείλουν να ενημερώνουν τους συμμετέχοντες για τον πραγματικό σκοπό της έρευνάς τους και να ζητούν την έγγραφη συγκατάθεσή τους ή των κηδεμόνων τους αν πρόκειται για ανήλικους. Οφείλουν να αποφεύγουν την σωματική και ψυχική καταπόνηση των συμμετεχόντων, και να εξασφαλίζουν τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης σε ένα περιβάλλον που υποστηρίζει την ισοτιμία στις σχέσεις και το σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

5. Οι συμμετέχοντες σε μια έρευνα έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα της έρευνας, σε ορισμένα μάλιστα ερευνητικά μοντέλα η ενημέρωση αλλά και η ανατροφοδότηση των ερευνητών από τους συμμετέχοντες αποτελεί κομμάτι του ερευνητικού σχεδιασμού. Το Ινστιτούτο δεσμεύεται να τηρεί τους ισχύοντες νόμους περί σεβασμού της πνευματικής ιδιοκτησίας.

6. Η παρουσίαση δεδομένων στο ευρύ κοινό μέσω των ΜΜΕ, του διαδικτύου, των χώρων κοινωνικής δικτύωσης κλπ. πρέπει να γίνεται με τρόπο που να διαφυλάσσει το κύρος και την αξιοπιστία του επαγγέλματός τους και να μη παραβιάζει κανένα άρθρο του παρόντος κώδικα. Η συνεργασία με τα μέσα ενημέρωσης είναι θεμιτή όταν έχει στόχο τη διάδοση της γνώσης βάσει της κλινικής εμπειρίας ή/και έγκυρων επιστημονικών δεδομένων. Τέτοιες συνεργασίες θα πρέπει να εξασφαλίζουν το σεβασμό στην αξιοπρέπεια όλων των συμμετεχόντων και κυρίως των παιδιών και των ατόμων με ειδικές ανάγκες (σωματικές ή/και ψυχικές).

VIII. Ίσες ευκαιρίες και δικαιώματα

1. Το Ινστιτούτο δεν προβαίνει σε διακρίσεις και τηρεί πολιτική ίσων ευκαιριών. Καμία διάκριση δεν επιτρέπεται στην επιλογή συνεργατών, στην παροχή θεραπευτικών υπηρεσιών και προσφορά ευκαιριών ειδίκευσης και επιμόρφωσης με βάση την καταγωγή, την εθνικότητα, το χρώμα, το φύλο, τη θρησκεία, τη σωματική υγεία και τη σεξουαλική προτίμηση. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι δεν θα πρέπει να εμπλέκονται ούτε να ανέχονται τέτοιες πρακτικές.

2. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτου αποφεύγουν πράξεις που θα μπορούσαν να παραβιάσουν ή να μειώσουν τα ανθρώπινα, νομικά ή πολιτικά δικαιώματα των θεραπευόμενων ή άλλων ατόμων με τα οποία εμπλέκονται σε οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση ή συνεργασία.

3. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ειδικευόμενοι του Ινστιτούτου γνωρίζουν ότι οι προσωπικές τους απόψεις και αξίες, έτσι όπως διαφαίνονται στην επικοινωνία τους με ειδικευόμενους, θεραπευόμενους ή το ευρύτερο κοινό στην εκπαίδευση, την επιμόρφωση, την ψυχοθεραπεία και την έρευνα, είναι δυνατόν να έχουν μεγάλη επιρροή. Είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί ώστε όχι μόνο να μην προσβάλλουν με τις απόψεις τους άλλους ανθρώπους, αλλά και να αναγνωρίζουν και να σέβονται τις διαφορετικές πεποιθήσεις και τις ατομικές ευαισθησίες και συναισθήματα.